Νομίζω οτι δεν θα βγω ποτέ.
Περπατάω τόσους μήνες στον λαβύρινθο που μου προσφέρει ατελείωτο το μυαλό μου -που μοιάζει ατελείωτο. Βλέπω αντικατοπτρισμούς σα να περπατάω στην έρημο, μου δείχνουν τον δρόμο, μετά χάνονται -όπως χάνονται οι εικόνες που σχηματίζει το μυαλό, απλά, απότομα. Θα ήθελα να είμαι στην έρημο, να νιώθω τον ήλιο να ψήνει το δέρμα μου αντί να νιώθω το κάψιμο στα χείλη.
Δεν ξέρω που θα έβγαινα αν κατάφερνα να ακολουθήσω επιτέλους τη σωστή πορεία, αλλά έχω την πεποίθηση οτι θέλω να φτάσω εκεί. Ξέρω ποιόν θα βρω, θέλω να τους βρω, κρατάω τα μάτια μου κλειστά ώστε να μην αποπροσανατολίζομαι, αλλά ξεχνάω οτι δεν είναι τα μάτια μου που με μπερδεύουν.
Κάθε εικόνα που σβήνει, με σβήνει μαζί της καθώς εγώ είμαι που την πλάθω αρχικά. Χαίρεται που παρίσταται και αιωρείται μπροστά μου -μια μικρή ανάπαυλα για ένα κουρασμένο μυαλό και ένα ταλαιπωρημένο σώμα- και μετά σβήνει και αφήνει αυτό που συνάντησε κουτσουρεμένο από την ίδια.
Ατελείωτες εικόνες σε έναν μακρύ διάδρομο, παρελθόν, παρόν και μέλλον, σκηνοθετημένες από το μυαλό και την ψυχή και σβησμένες από το κομματάκι αυτονομίας που αυτά τους προσέφεραν -σαν επαναστάτης γιος ενάντια στον πατέρα που εξακολουθεί να τον θρέφει-.
Κάνω έναν γύρο, γύρω από τον εαυτό μου και εισχωρεί η μία στην άλλη, ένα όμορφο ονειρικό παρόν, που στο τέλος της στροφής εξαφανίζεται και σε αφήνει ξέπνοο να προσπαθείς να σταθεροποιήσεις τη θέα γύρω σου.
Περπατάω ακόμα, σχεδιάζω εικόνες, τις χρωματίζω -μόνο αυτό ξέρω να κάνω- και τις αφήνω ελεύθερες να αποκτήσουν προσωπικότητα. Η αγωνία για το ποιό μέρος μου θα απομείνει ακέραιο στο τέλος της διαδρομής εντείνεται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου