Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Αηδίιιιιιιιιιιιες

Περπατούσαν πάντα με τα πλευρά κολλημένα, όσο πιο κοντά μπορούσαν και με το χέρι του να σφίγγεται γύρω της -οχι κτητικά, δηλώνοντας επηρμένα την κατοχή του οικείου σώματος, αλλά με κάποιον παιδικό τρόμο στην ιδέα να περπατήσει χαμένος στο πλήθος.
Όταν κάποιο εμπόδιο στένευε το πέρασμα μπροστά τους, το χέρι του τεντωνόταν και χορευτικά της επέτρεπε να προηγηθεί και με χάρη να καταλήξει πάλι δίπλα του.
Αυτή κοιτούσε γύρω σα να ήταν Χριστούγεννα και κάθε φορά που έβλεπε κάτι που της άρεσε γύριζε και τον κοίταζε -ελάχιστη κίνηση του λαιμού χρειαζόταν για να βρεθούν τα μάτια τους σε ευθεία-, ωστέ να μοιραστεί την εικόνα και να την κάνει συζήτηση ή ανάμνηση. Και αυτός κάθε φορά σκεφτόταν "τα μάτια σου είναι μεγαλύτερα από ό,τι μπορεί να αντέξει κανείς" και τον καταλάμβανε χαρά και τρόμος.
Όταν φύσαγε, τα μαλλιά της χάιδευαν τον αυχένα του, προκαλώντας του ανατριχίλες. Όταν είχε λιακάδα, ένιωθε το χέρι του να λιώνει πάνω στο μπράτσο της. Όταν έβρεχε, αντάλλασαν σταγόνες που είχαν ποτίσει με το άρωμά τους.

Μία από αυτές κύλησε από το μάγουλο του μέχρι το χέρι της και από εκεί χύθηκε στο πεζοδρόμιο, έτρεξε κατά μήκος του δρόμου και ενώθηκε με άλλες σε ένα μεγαλούτσικο αυλάκι που χύθηκε στην άσφαλτο, σχίστηκε από τις ρόδες τριών αυτοκινήτων και γέμισε τον αέρα με ιστορίες, που χώθηκε μέσα από χαράδρες κατεβασμένων ρολών και γέμισε ανισομεγέθεις πνεύμονες, που εισέπνεαν βεβιασμένα, βαρώντας νευρικά πληκτρολόγια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου