Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Και σήμερα

.
.
.

*Σήμερα καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
Δεν είναι θέμα εθισμού. Απλώς τελειώνουν κ σβήνουν συνεχώς.

.
.
.

Among the garbage and the flowers

Κάθομαι γερμένη στο παράθυρο, με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι και παρατηρώ τις αστραπές φωτός στ' αριστερά μου. Κάθε τόσο χτυπάω ελαφρά στο γυαλί -αλλά είναι τόσο δροσερό.
Λίγη ώρα πριν, ήμουν με μια φίλη, που χαμογελάει τόσο ζεστά, που σε κάνει να νιώθεις παιδάκι -δεν υπάρχει περίπτωση να νιώσεις μόνος σου!
Και πριν από λίγα λεπτά μιλούσα με μια άλλη φίλη -το χαμόγελό της είναι ελαφρό, συνήθως λίγο ειρωνικό ή αμήχανο. Ντροπαλή εκφραστικότητα.

Έχει να μου συμβέι χρόνια να ανυπομονώ να μπω στο σπίτι μου.
Ένας φίλος μου, χαμογελάει και βγαίνει ένα ζεστό φως. Τόσο ζεστό ωστέ διαλύει τα σύννεφα από τα μάτια του -και το μυαλό μου.
Και ένας άλλος, χαμογελάει και με κάνει να αγαπάω τη συννεφιά. Κι άλλο.

Το κεφάλι μου πονάει, από μέσα. Οι μικρές συγκρούσεις με το τζάμι είναι σχεδόν ευχάριστες και διαλύονται τόσο απλά, με μία μόνο κίνηση, μια αλλαγή στάσης. Ποιό το όφελος λοιπόν;
Η Αγγελική. Χαμογελάει τόσο πολύ, τόσο απλά. Και όταν δε χαμογελάει, το κάνει και το τελευταίο κύτταρο του σώματός της. Γνήσια ομορφιά.
Έχω και μια φίλη, που τα χαμόγελά μας, λειτουργούν σαν καθρέφτες. Αποτέλεσμα, να φτάνουν στο άπειρο! Ανήλικα χαμόγελα.
...κι έναν φίλο που χαμογελάει τόσο πολύ, που αναγκάζει τους μύες του προσώπου μου να κινούνται ακούσια, τους πιάνει όλη η αισιοδοξία του κόσμου.

Αναρωτιέμαι τί έκφραση να έχω, είμαι πολύ βαθιά τόση ώρα, κοιτάζω γύρω, κλείνω τα μάτια, ανοίγω τα μάτια, ξεκολλάω το μέτωπο μου από το τζάμι, γέρνω το κεφάλι μου τρίβοντας το μάγουλο στον ώμο μου, το ξανασηκώνω. Πρέπει να έχω ύφος τρίχρονου παιδιού που πρωτομπαίνει σε ένα σπίτι. Ασυναίσθητα αφήνομαι να ακουμπήσω πάλι το κεφάλι μου στο τζάμι. Προσπαθώ να διακρίνω εκφράσεις μέσα από περαστικά παρμπρίζ.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Τρίτη

Μια μέρα, γνώρισα ένα μυρμήγκι που κουβαλούσε ένα φανερά βαρύ σπόρο σουσάμι!
Προσφέρθηκα να το βοηθήσω στο κουβάλημα. Απάντησε οτι αν ξαλάφρωνε από το -επιβλητικό- φορτίο του, δεν θα του μιλούσε κανείς σε όλη τη διαδρομή.
Το ρώτησα γιατί δεν δοκίμαζε να μιλήσει αυτό πρώτο! Μου είπε οτι δεν είχε τί να πει χωρίς το βάρος του σουσαμιού να το κάνει ενδιαφέρον.
Το ρώτησα γιατί δεν μιλούσε στους άλλους για τη ζωή του. Μου είπε οτι κανείς δεν ενδιαφέρεται για  τη ζωή ενός μυρμηγκιού αν το ίδιο δεν αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού ή ακόμα καλύτερα, συμπόνιας και οίκτου.
Του είπα οτι και να σταματήσει να κουβαλάει, η σκιά του σουσαμιού, μετά από τόσα χρόνια δεν θα το εγκαταλείψει -οτι μπορεί να είναι σίγουρο.
Με κοίταξε με ελπίδα και αμφιβολία και με αποχαιρέτησε ταλαντευόμενο ανάμεσα σε δύο σκέψεις κι έναν κόκκο σουσάμι.

Σήμερα θυμήθηκα οτι δεν με ρώτησε για τη ζωή μου.



Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Πέμπτη

-Πώς σε λένε;
-Άννα.
-Δηλαδή έτσι θα σε λέω;
-Ναι, δεν έχουν άδικο.
-Εντάξει Άννα. Αλλά αν δεν έχουν αυτοί άδικο, έχεις εσύ.
-Πάντα δεν έχει κάποιος;
-Όχι, όχι, πάντα έχει δίκιο.
-Κατάλαβα. Και μπορείς να απευθύνεσαι σ' εμένα ξέροντας οτι έχεις άδικο;
-Μπορώ να σε κοιτάω στα μάτια, να σου μιλάω και να περιμένω την απάντηση σου. Αλλά να απευθύνομαι στους άλλους.
-Δεν θα μου περνούσε από το μυαλό να τους κλέψω τα λόγια!
-Το ξέρω. Γι' αυτό θα τα λέω σ' εσένα. Και αυτοί θα σου τα κλέβουν.
-Θα είμαι το πρόσχημα;
-Όχι. Η Άννα.

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Ιούλιος Σίζαρ

"Αυτή την εβδομάδα, πάντα με ακολουθεί η βροχή. 
Μoνίμως μούσκεμα, περπατάω αργά, γλιστρώντας σε κάθε βήμα πάνω στα φτηνά σανδάλια που φοράω από τα δεκαέξι μου. Ησυχία βρίσκω μόνο στις διαδρομές -όση ώρα ούτε είμαι εκεί απ'όπου έφυγα, ούτε ακόμα εκεί που πηγαίνω. Δεν πηγαίνω πουθενά όμως, απλώς πορεύομαι. Υπό άλλες συνθήκες θα με είχε τρομάξει πολύ αυτό, αλλά αυτή τη φορά είναι διαφορετικό. Δεν υπάρχω απλώς, αντίθετα, κάθε μου ανάσα βγαίνει με τόσο κόπο που δεν χωράει καν αμφιβολία για το αν είμαι ζωντανή. Θα με πιστεύατε αν σας έλεγα οτι πεθαίνω; 
Όχι. Οτι ζωγραφίζω χαμόγελα πιο εύκολα από τα σκιτσάκια μου; Πάλι όχι μάλλον -αν και κάτι θα έχετε καταλάβει για εμένα. Θέλω να ξεκουραστώ και κάθε βήμα γίνεται όλο και πιο δύσκολο και συγχρόνως όλο και πιο απαραίτητο. Καθένας που έπιασε το χέρι μου για να με βοηθήσει, δεν άργησε να το αφήσει - δεν έσφιξα το δικό μου γύρω του και νόμισε οτι δεν το είχα ανάγκη! Και να που τώρα το σώμα μου, βαραίνει διπλά στους αστράγαλους μου.
Μην πιάσεις το χέρι μου σε παρακαλώ... να, στο επόμενο βήμα... Αλήθεια, δεν έχω ισορροπία!" 

"Τι παπαριές μουρμουρίζει αυτή;"

Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Essential Insanities (Fullmoon)

.
.
.

*Έχω παρατηρήσει οτι σπάνια πίνω νερό όταν πραγματικά διψάω. Επίσης παρατηρώ τα χρώματα γύρω μου, αντιστρόφως ανάλογα με τη διάθεση μου (κι αυτό τον καιρό είμαι σίγουρη οτι ζω στον παράδεισο). Τα χρώματα είναι το προσωπικό μου Η2Ο.





*Σου έχει συμβεί να κολλήσουν τα μάτια σου σε ένα πρόσωπο και να μην μπορείς να τα τραβήξεις από πάνω του;
Ήταν ένα γυναικείο πρόσωπο που καθόταν απέναντι μου στο μετρό. Νεανικό και ταλαιπωρημένο εκ πρώτης όψεως. Γκριζοπράσινα μάτια, λεπτή μύτη, μακριά-κοντά(!) ξανθά μαλλιά γύρω του, αλλά πάνω απ'όλα, πολλές-πολλές αυθάδικες γραμμούλες γύρω από τα χαρακτηριστικά του -ζωγραφισμένες από χέρι άπειρο, αλλά προφανώς ταλαντούχο-, το στόλισμα και η κοκεταρία του. Μιλούσε θυμάμαι σε ένα κινητό που κάπως βρισκόταν δίπλα στο δεξί του αυτί. Ήταν αδύνατο να πάρω τα μάτια μου από πάνω του -τι αμηχανία θεέ μου!





*Όταν πέφτω για ύπνο, μ'αρέσει κάτι να με σκεπάζει -ανεξαρτήτως καιρού. Η γωνίτσα από ένα σεντόνι μου αρκεί. Εκτός από όταν είμαι μαζί σου. Βλέπω την πλάτη σου, είμαι ξεσκέπαστη, το παράθυρο είναι ορθάνοιχτο, ο κόσμος είναι σε τάξη. Bon nuit.





*Πόσο συχνά φοβάμαι να παρέμβω σε έργα του ίδιου μου του εαυτού! Στέκομαι με το πινέλο μου μουδιασμένη. Ίσως δεν έιναι πάντα ο ίδιος.





*Στέκομαι στην άκρη του πεζοδρομίου. Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου στο φανάρι, με κοιτάει επίμονα. Γυρνάω και τον κοιτάω κι εγώ. Συνεχίζει. Συνεχίζω. Συνεχίζει. Συνεχίζω. Συνεχ... Βάζω τα γέλια, γυρνάω την πλάτη μου και φεύγω. Ενοχλημένη.





*Πίσω στις μαξιλάρες μου, στο πάτωμα. Φοράω πράσινες κάλτσες που σχηματίζουν ένα BROKEN -BRO στο δεξί, ΚΕΝ στο αριστερό-. Σταυρώνω τα πόδια μου και γράφω KENBRO. Νιώθω μια παράνομη απόλαυση.





*Τα περί σελήνης αργούν ακόμα. Αγαπημένη θέα που επιβεβαιώνει κάθε είδους κλισέ. (Σε ποιόν ταιριάζει η λέξη "χλωμή" δηλαδή αν όχι σ'αυτή;)

.
.
.

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Τσουφ.

Γεννήθηκα ένα συνηθισμένο πρωινό του Απρίλη -ενώ ήμουν ακόμα μικρό παιδάκι.
Μεγάλωσα μόνη μου. Όχι οτι δεν είχα ανθρώπους γύρω μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο, με μεγάλωσα -είχα βλέπεις ήδη τις δικές μου παιδαγωγικές θέσεις. Απ'όταν μπορούσα να σφίξω το χεράκι μου, με θυμάμαι να αδειάζω κρυφά το πρωινό μου γάλα στον φίκο της μαμάς μου, στη γωνιά της κουζίνας και να ξαναγεμίζω το -αδιαφανές- φλυτζάνι μου με το σέρι του μπαμπά μου.
Το πρωινό κυλούσε και όλοι έφτυναν το αγγελούδι που καθόταν με τις ώρες να αγναντεύει το απέραντο γαλάζιο (σαφώς ροδοκόκκινο, αν το ρωτούσαν βέβαια), έστω και με την περίεργη συνήθεια να κάθεται σε αινιγματικές πόζες πάνω στο χορτάρι. Η μητέρα μου καμάρωνε την παιδαγωγική αποτελεσματικότητά της και πάλευε να φτάσει τα ίδια επίπεδα και στην κηπουρική φυτών εσωτερικού χώρου.

Μεγαλώνοντας υιοθέτησα διαφορετικές συνήθειες. Κάπνιζα τσιγάρα από γλυκό καπνό, στριμμένα σε χαρτί από γλυκόριζα και έπινα πολύ (αφρικανικό) καφέ. Έβγαινα βόλτες με φίλες που ήξερα από την τελευταία ανάσα της προηγούμενης ζωής μου, πίναμε μπύρα και γελούσαμε συνεχώς αφήνοντας υπαινιγμούς για εκείνα τα χρόνια -που ήμασταν Ιουλιέτες και Ρωμαίες ταυτόχρονα. Συχνά, (πολύ συχνά για να είμαι ειλικρινής) έβγαινα με άντρες, διάφορους αρρενωπούς τύπους, που έβαζαν τα δυνατά τους για να με ρίξουν, διασκεδάζοντας με τη διεστραμμένη επινοητικότητά τους, που ικανοποιούσε κάθε σύγχρονο μύθο για τις γυναικείες ανάγκες -αν ήξεραν μόνο οτι μου αρκούσε μια ανοιχτή πρόσκληση για το σπίτι τους!

Κάπου τότε γνώρισα εσένα -λίγο μετά, πολύ μετά, τι σημασία έχει; Ήταν στο τρένο φυσικά. Μπήκες στο κουπέ μου, σου είπα γεια και είπες το ίδιο οπότε κατάλαβα οτι με ήθελες -αντέγραφες τις κινήσεις μου. Ρώτησα το όνομα σου, απάντησες με χαμόγελο και με ρώτησες το δικό μου. Χα, πόσο δίκιο είχα από την αρχή. Θυμάμαι οτι για κάποιο λόγο άρχισα να μιλάω για το σπίτι μου και τα παιδικά μου πιώματα. Θυμάμαι οτι τη μισή (οκτάωρη) διαδρομή τη φάγαμε φτιάχνοντας βαρκούλες από κάθε εφημερίδα, περιοδικό και μισολυμένο σταυρόλεξο που βρήκαμε και την άλλη μισή κάνοντας έρωτα πάνω και κάτω από τα καθίσματα. Λίγο πριν φτάσει το τρένο, σκορπίσαμε σ' όλο τον ευρωπαϊκό ουρανό μικρά καραβάκια -αμφιβόλου ναυπηγικής αξίας- και φιλοσοφήσαμε για τη διαφορά αυτής της πράξης μας, με την απλή, πεζή περιβαλλοντική ρύπανση. Τεράστια το δίχως άλλο. Χωριστήκαμε σαν κύριοι -χειραψία, χαμόγελο, κομψότητες, μέχρι που στα δέκα βήματα έμεινε ο καθένας μας με μια με μια μεγαλόπρεπη κολοκύθα αγκαλιά.

Το ίδιο βράδυ ξαγρύπνησα μετρώντας ξανά και ξανά τους ρόζους της ξύλινης οροφής. Πότε μονός, πότε ζυγός ο αριθμός τους. Έπαιζα μαζί τους μια παραλλαγή του παιχνιδιού της μαργαρίτας και δεν μπορούσα να καταλήξω -τι απίστευτη αγωνία! Το επόμενο μεσημέρι κοιμήθηκα αρρωστημένα, πυρετικά, για να ξυπνήσω τρεις μέρες αργότερα. Κάμποσα ζευγάρια μάτια, κάρφωσαν αλύπητα τα δικά μου με το που έκαναν να ξεπροβάλουν -χωρίζοντας δύο δυσαρεστημένα ζευγάρια βλέφαρα.. Ζήτησα από όλους κάτι, παλεύοντας να κάνω τη φωνή μου μπριόζα, απαιτητική. Φέρσου εγωιστικά και άγαρμπα και θα δεις για πότε τους πιάνει η πραγματική γκρίνια και η μιζέρια τους και για πότε εγκαταλείπεται αυτή η ψεύτικη στοργή. Για το αγγελούδι τους.

Από τότε που έφυγαν σου γράφω. Δεν έχω ιδέα πως θα φτάσει στα χέρια σου όμως. Ελπίζω να έρθεις να το πάρεις -αν πρόσεχες την ώρα που μιλούσα για την πόζα πεινασμένη-αρκούδα (πέντε χρονών, πάνω στο γκαζόν) σίγουρα θα μπορέσεις να βρεις το σπίτι. Μόνο ανησυχώ, γιατί την ώρα που τα έλεγα μύριζε ο αέρας πασχαλιά... Δεν αμφιβάλω όμως οτι θα προσπαθήσεις να έρθεις -το ξέρω γιατί δεν προσπάθησες να με κοιτάξεις "βαθιά και τρυφερά στα μάτια", ένα παιχνίδι ήταν όλο κι όλο το βλέμμα σου! Κι ένας καθρέφτης -και με είδα χαμογελαστή.