Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Escalator

Φοράω γυαλιά ηλίου και περπατάω στο κέντρο. Για να μιλήσω σε κάποιον πάντα τα βγάζω και δεν μπορώ να δω γύρω μου καλά, νιώθω οτι έχω παρωπίδες. Νομίζω γι'αυτό τα φοράω σήμερα -είναι πολύ ξεκούραστο καμιά φορά να έχεις παρωπίδες- νομίζω οτι έτσι θα καταφέρω να κάνω ό,τι και αν έχω στο πρόγραμμα -αποκλείεται να παρεκλίνω από την πορεία μου φορώντας σκουρόχρωμα γυαλιά. Γύρω από τα μάτια μου, πάντα έχω την αίσθηση ενός πλαισίου (μωβ) που καδράρει τον κόσμο έτσι ώστε να καταλαβαίνω πώς είναι πραγματικά, οπότε γίνομαι λίγο ασταθής, λίγο φοβισμένη. Σήμερα είμαι ένα περαστικό, κινούμενο σώμα, που δεν θα αγγίξει, δεν θα λάβει κανένα μήνυμα, δεν θα κρατήσει καμία πληροφορία, θα διασχίσει απλώς μια απόσταση μέχρι να καταλήξει στον προορισμό του. Ξέρω ήδη με σιγουριά, οτι καμιά εικόνα δεν θα εντυπωθεί στη μνήμη μου σήμερα (πραγματική ανακούφιση) να τη θυμάμαι για μήνες, αλλά μπαίνω στη διαδικασία να το συνειδητοποιώ, ρισκάροντας να χάσω τα αδιαμφισβήτητα προνόμια του κατευθυνόμενου αντικειμένου. Νομίζω οτι θα χωθώ σε ένα σταθμό του μετρό, θα τα βγάλω, θα με πιάσει ένας μικρός ίλιγγος προσαρμογής και θα αρχίσω να φορτώνω το κεφάλι μου ανεξέλεγκτα μέχρι να χάσω βήματα. "Ένα βήμα να παρεκλίνω τώρα, έχω χαθεί" -μου περνάει από το μυαλό ξαφνικά- και τελικά με την πρώτη σκουντιά χώνομαι στην εκνευριστικά κοντινή κάθοδο.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ντράμα

*Με τρομάζει η παραμόρφωση. Η πρωινή κοκκινίλα στο μάγουλο είναι ενδιαφέρουσα, το ίδιο και οι μελανιές γύρω από τα γόνατα -αλλά ένα σπυράκι είναι ενοχλητικό!


*Ένα φανάρι αλλάζει χρώματα μόνο του, ούτε πεζοί, ούτε αυτοκίνητα του δίνουν σημασία, κατ' ουσίαν είμαι η μόνη που το προσέχω. Τι αίσθηση εγκατάλειψης!


*Μια κυρία μιλάει για την ταραχή που της προκάλεσε το τελευταίο μυθιστόρημα που διάβασε. Συμφωνώ.
"Το διαβάσατε όλο;"
Ναρκισσισμός, ο υποσυνείδητος.


*Νέα ανακάλυψη: το μπλε πάνω στο κόκκινο δεν βγάζει πάντα μωβ, μπορεί να βγάλει και σκούρο κόκκινο. .Δεν είμαι σίγουρη όμως αν υπάρχει όντως διαφορά.


*Τα χέρια και τα πόδια μου είναι γεμάτα καψίματα, ακουμπάω συχνά αφηρημένα το καυτό ηλεκτρικό καλοριφέρ που το αφήνω δίπλα μου -κρυώνω συχνά. Απροσεξία είναι αυτό;

*Στέκεσαι στην άκρη του πεζοδρομίου και τα ταξί αναβοσβήνουν τα φώτα σα να σου κλείνουν συνωμοτικά το μάτι και πάντα αφήνω να περάσουν 2-3 μέχρι να αποφασίσω να κάνω σήμα.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Άσκηση

"Περπάτα πάνω στο πεζούλι με τα χέρια τεντωμένα και τα μάτια σου καρφωμένα μπροστά, ευθεία. Να δω πώς θα τα πας εκεί."
"Έλα, ζητάω κάτι τρομερό δηλαδή, απλώς πάτα το πόδι σου εδώ και... Έτσι μπράβο."
"Γιατί τρέμεις;"
 "Τρέμεις εσύ; Μα εσύ είσαι βράχος! Εσύ δε λυγίζεις ποτέ! Εσύ! Λογική και σύνεση σε μορφή ανθρώπου! Πώς γίνεται!"
"Μη σταματάς τώρα όμως, είμαι περίεργος."
"Ε... τι; Γιατί;"
"Όχι, εγώ για πλάκα... Ήθελα μόνο να δεις..."
"Μη, έλα, σταμάτα, μη με κάνεις να νιώθω άσχημα, ένα πείραμα ήταν, ένα αστείο."
"Ηρέμησε, τί να κάνω γαμώτο; Τί θες να κάνω;"
"Να, θα ανέβω κι εγώ..."
"Κοίτα! Μα παιχνίδι είναι επιτέλους..."
"Δε μπορώ να σε καταλάβω, κοίταξέ με επιτέλους!"
"..."
"Έλα εδώ... Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα, αλλά είδες, δηλαδή... είδες."
"Δεν μπορώ να σε καταλάβω, μα την παναγία, δηλαδή δεν καταλαβαίνω γιατί κάνεις έτσι."
"Έλα εδώ..."

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Ταξί

"Μην είσαι τόσο επικριτική με τους άλλους, βλέπεις, για κάποιους είναι η κατάσταση για κάποιους ο χαρακτήρας και το χειρίζονται ανάλογα με το τί είναι καλύτερο για τους ίδιους. Κατά κανόνα, όσοι ενδιαφέρονται για σένα απολαμβάνουν χρόνο μαζί σου και σε στέλνουν στο διάολο όταν είναι προτιμότερο. Εκτός από αυτούς που έχουν γαμηθεί εκ των έσω και όλο τους το μέλλον είναι αναμνήσεις σκέψεων και παρακολούθησης -με εξαίρεση λίγες φρέσκες στιγμές μέσα στον χρόνο. Καληνύχτα."

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

In the midnight hour she cried "more, more, more"

* Θα γράψω όταν γυρίσω σπίτι, ό,τι σημειώνω με μισά γράμματα πίσω από μία απόδειξη.
Μία ιστορία πίσω από την πλάτη μου, κάτι σαν "θα με δει ο μπαμπάς να κάνω πατινάζ!" και δεν είναι πολύ μακριά από τη δική μου. Με είχε δει κι εμένα να γλιστράω πάνω στον πάγο αλλά δε με καμάρωσε. Οι ελιγμοί μου πάνω στη ζεματιστή επιφάνεια του προκαλούσαν τρόμο, ήταν απέξω και ανήμπορος να παρέμβει -με είδε με αληθινή φρίκη να πέφτω δυο-τρεις φορές.
Μπήκα στον πειρασμό να γυρίσω να πω στο αγοράκι πίσω μου οτι στους μπαμπάδες δεν αρέσει να κάνουμε πατινάζ, αλλά θα του στερούσα την ομορφιά του ιλίγγου.


* Παρατηρείς τον κόσμο και το βλέμμα σου σκαλώνει σε έναν νεαρό με ριγέ ζιβάγκο και σοβαρή έκφραση. Ασφαλής απόσταση παρατήρησης. Παρατηρείς αυτοσαρκάζοντας για κάθε στερεότυπο που ανασύρει η εικόνα του στο μυαλό σου, προσπαθείς να διαλύσεις τα πάντα, να μειώσεις στο ελάχιστο την αυτοεκτίμησή σου, ώστε τα πάντα να γίνουν πιο εύκολα. Εν τέλει, αποτυγχάνεις παταγωδώς ανακαλύπτοντας οτι είναι τρομερά δύσκολο ξεπεράσεις τόσο βολικά μια αντίληψη που έχεις διαμορφώσει για σένα μετά από χρόνια παρατήρησης!


* Στα κλάσματα δευτερολέπτου που μεσολαβούν από την όραση στην κατανόηση.
Βλέπεις ένα όνομα στην οθόνη του κινητού και είναι οικείο, αλλά δεν έχεις ιδέα ποιός είναι, απαντάς κ ήδη ξέρεις.
Χαμογελάς ενώ μιλάς σε κάποιον και ανακαλύπτεις ξαφνικά οτι έχει αρχίσει να μιλάει για την άρρωστη αδερφή του.
Ζώντας με δύο ζευγάρια μάτια.

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

20th

Κι εκεί που νομίζεις οτι αναπνέεις χνώτα, βρίσκεσαι μπουκωμένος με βροχή, εισπνέεις και εκπνέεις βροχή, ποτίζοντας το χορτάρι που θεριεύει απότομα και μπλέκεται στα πόδια σου, τυλίγει τα πόδια σου -που τινάζονται σπασμωδικά- αλλά κοιτώντας κάτω, βλέπεις οτι είναι τα μαλλιά σου -και τα κόβεις. Κάθεσαι στο χώμα, εκπνέεις πάλι, αργά, συγκεντρωμένα, στο στόμιο ενός μπουκαλιού που φύλαγες πάντα στην τσέπη σου, το σφραγίζεις καλά με μικρά κουβάρια από τις δικές σου κομμένες τούφες και το πετάς μακριά. Χάνεται και ακούς τον ήχο του καθώς πετάει στον αέρα -κάτι σαν αφρικανικό τραγούδι.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

Πράσινο

Και αν. Ο πόνος δεν είναι παρά μια συνάρτηση του χρόνου. Τι γίνεται τότε;
Δηλαδή, κολλάω τα χέρια μου στο καλοριφέρ και καίγομαι, αλλά μόνο όσο τα ακουμπάω.
Κάθομαι την καρέκλα του οδοντιάτρου και πονάω αλλά ξέρω οτι ο πόνος θα λήξει. Και λήγει.

Το άλλο τί είναι τότε;

Ανάμνηση του πόνου. Ίσως. Αλλά η ζωή υποτίθεται είναι δεμένη με τον πόνο, ίσως και η Ζωή, αλλά αν η ζωή απαρτίζεται από στιγμές αυτό έχει νόημα; Η απαρτίζεται από αναμνήσεις; Ή η Ζωή ζει με τις αναμνήσεις;

Ή ο πόνος είναι και συνάρτηση του τρόμου; Των αναμνήσεων;

Και αν μου απαντούσε κάποιος, τί νόημα θα είχε;

Το θέμα είναι η Ζωή.
Που καθόταν στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι και πάλευε να μετρήσει τους ρόζους του ξύλου, αλλά δεν την ενδιέφερε, όπως και το οτι την πονούσε το σώμα της. Είχε μόλις γυρίσει, κοιτούσε το ταβάνι ανάσκελα χωρίς να του δίνει πραγματικά σημασία, γιατί στο κεφάλι της υπήρχε ένα αναβράζον κενό -προερχόμενο από λίγο πιο κάτω, σε μια νοητή ευθεία. Και σκεφτόταν την κραυγή που άκουσε από την κουζίνα -κάποιος κόπηκε- αλλά γιατί να σηκωθεί να τρέξει να δει, δηλαδή, έπρεπε να το κάνει, αλλά μπορούσε να κάνει σα να μην το άκουσε -τί θα άλλαζε αν θα πήγαινε; Πόσο αναίσθητη μπορούσε να είναι όμως; Αφού τους αγαπάει. Αλλά αυτό, σκεφτόταν, είναι αίσθηση ή επίγνωση;
Νεκρή που αναπνέει. Κανένας αποτρεπτικός πόνος, κανένας προτρεπτικός. Κυκλοφορούσε μέσα της κάτι, αλλά με προσωπεία ντροπής ή τρόμου -γιατί να το ονομάσει αλλιώς κανείς.
Μπορείς να πεις λοιπόν οτι κάποιος είναι δεμένος με τον πόνο, ενώ οι στιγμές έχουν καταργηθεί και οι αναμνήσεις έχουν ενοποιηθεί σε μια τεράστια σούπα εντυπώσεων;