"There are essential and inessential insanities. The latter are solar in character, the former are linked to the moon. . Inessential insanities get one in trouble with one-self. Essential insanities get one in trouble with others. In fact, it may be essential."
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Ταξί
"Μην είσαι τόσο επικριτική με τους άλλους, βλέπεις, για κάποιους είναι η κατάσταση για κάποιους ο χαρακτήρας και το χειρίζονται ανάλογα με το τί είναι καλύτερο για τους ίδιους. Κατά κανόνα, όσοι ενδιαφέρονται για σένα απολαμβάνουν χρόνο μαζί σου και σε στέλνουν στο διάολο όταν είναι προτιμότερο. Εκτός από αυτούς που έχουν γαμηθεί εκ των έσω και όλο τους το μέλλον είναι αναμνήσεις σκέψεων και παρακολούθησης -με εξαίρεση λίγες φρέσκες στιγμές μέσα στον χρόνο. Καληνύχτα."
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
In the midnight hour she cried "more, more, more"
* Θα γράψω όταν γυρίσω σπίτι, ό,τι σημειώνω με μισά γράμματα πίσω από μία απόδειξη.
Μία ιστορία πίσω από την πλάτη μου, κάτι σαν "θα με δει ο μπαμπάς να κάνω πατινάζ!" και δεν είναι πολύ μακριά από τη δική μου. Με είχε δει κι εμένα να γλιστράω πάνω στον πάγο αλλά δε με καμάρωσε. Οι ελιγμοί μου πάνω στη ζεματιστή επιφάνεια του προκαλούσαν τρόμο, ήταν απέξω και ανήμπορος να παρέμβει -με είδε με αληθινή φρίκη να πέφτω δυο-τρεις φορές.
Μπήκα στον πειρασμό να γυρίσω να πω στο αγοράκι πίσω μου οτι στους μπαμπάδες δεν αρέσει να κάνουμε πατινάζ, αλλά θα του στερούσα την ομορφιά του ιλίγγου.
* Παρατηρείς τον κόσμο και το βλέμμα σου σκαλώνει σε έναν νεαρό με ριγέ ζιβάγκο και σοβαρή έκφραση. Ασφαλής απόσταση παρατήρησης. Παρατηρείς αυτοσαρκάζοντας για κάθε στερεότυπο που ανασύρει η εικόνα του στο μυαλό σου, προσπαθείς να διαλύσεις τα πάντα, να μειώσεις στο ελάχιστο την αυτοεκτίμησή σου, ώστε τα πάντα να γίνουν πιο εύκολα. Εν τέλει, αποτυγχάνεις παταγωδώς ανακαλύπτοντας οτι είναι τρομερά δύσκολο ξεπεράσεις τόσο βολικά μια αντίληψη που έχεις διαμορφώσει για σένα μετά από χρόνια παρατήρησης!
* Στα κλάσματα δευτερολέπτου που μεσολαβούν από την όραση στην κατανόηση.
Βλέπεις ένα όνομα στην οθόνη του κινητού και είναι οικείο, αλλά δεν έχεις ιδέα ποιός είναι, απαντάς κ ήδη ξέρεις.
Χαμογελάς ενώ μιλάς σε κάποιον και ανακαλύπτεις ξαφνικά οτι έχει αρχίσει να μιλάει για την άρρωστη αδερφή του.
Ζώντας με δύο ζευγάρια μάτια.
Μία ιστορία πίσω από την πλάτη μου, κάτι σαν "θα με δει ο μπαμπάς να κάνω πατινάζ!" και δεν είναι πολύ μακριά από τη δική μου. Με είχε δει κι εμένα να γλιστράω πάνω στον πάγο αλλά δε με καμάρωσε. Οι ελιγμοί μου πάνω στη ζεματιστή επιφάνεια του προκαλούσαν τρόμο, ήταν απέξω και ανήμπορος να παρέμβει -με είδε με αληθινή φρίκη να πέφτω δυο-τρεις φορές.
Μπήκα στον πειρασμό να γυρίσω να πω στο αγοράκι πίσω μου οτι στους μπαμπάδες δεν αρέσει να κάνουμε πατινάζ, αλλά θα του στερούσα την ομορφιά του ιλίγγου.
* Παρατηρείς τον κόσμο και το βλέμμα σου σκαλώνει σε έναν νεαρό με ριγέ ζιβάγκο και σοβαρή έκφραση. Ασφαλής απόσταση παρατήρησης. Παρατηρείς αυτοσαρκάζοντας για κάθε στερεότυπο που ανασύρει η εικόνα του στο μυαλό σου, προσπαθείς να διαλύσεις τα πάντα, να μειώσεις στο ελάχιστο την αυτοεκτίμησή σου, ώστε τα πάντα να γίνουν πιο εύκολα. Εν τέλει, αποτυγχάνεις παταγωδώς ανακαλύπτοντας οτι είναι τρομερά δύσκολο ξεπεράσεις τόσο βολικά μια αντίληψη που έχεις διαμορφώσει για σένα μετά από χρόνια παρατήρησης!
* Στα κλάσματα δευτερολέπτου που μεσολαβούν από την όραση στην κατανόηση.
Βλέπεις ένα όνομα στην οθόνη του κινητού και είναι οικείο, αλλά δεν έχεις ιδέα ποιός είναι, απαντάς κ ήδη ξέρεις.
Χαμογελάς ενώ μιλάς σε κάποιον και ανακαλύπτεις ξαφνικά οτι έχει αρχίσει να μιλάει για την άρρωστη αδερφή του.
Ζώντας με δύο ζευγάρια μάτια.
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010
20th
Κι εκεί που νομίζεις οτι αναπνέεις χνώτα, βρίσκεσαι μπουκωμένος με βροχή, εισπνέεις και εκπνέεις βροχή, ποτίζοντας το χορτάρι που θεριεύει απότομα και μπλέκεται στα πόδια σου, τυλίγει τα πόδια σου -που τινάζονται σπασμωδικά- αλλά κοιτώντας κάτω, βλέπεις οτι είναι τα μαλλιά σου -και τα κόβεις. Κάθεσαι στο χώμα, εκπνέεις πάλι, αργά, συγκεντρωμένα, στο στόμιο ενός μπουκαλιού που φύλαγες πάντα στην τσέπη σου, το σφραγίζεις καλά με μικρά κουβάρια από τις δικές σου κομμένες τούφες και το πετάς μακριά. Χάνεται και ακούς τον ήχο του καθώς πετάει στον αέρα -κάτι σαν αφρικανικό τραγούδι.
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010
Πράσινο
Και αν. Ο πόνος δεν είναι παρά μια συνάρτηση του χρόνου. Τι γίνεται τότε;
Δηλαδή, κολλάω τα χέρια μου στο καλοριφέρ και καίγομαι, αλλά μόνο όσο τα ακουμπάω.
Κάθομαι την καρέκλα του οδοντιάτρου και πονάω αλλά ξέρω οτι ο πόνος θα λήξει. Και λήγει.
Το άλλο τί είναι τότε;
Ανάμνηση του πόνου. Ίσως. Αλλά η ζωή υποτίθεται είναι δεμένη με τον πόνο, ίσως και η Ζωή, αλλά αν η ζωή απαρτίζεται από στιγμές αυτό έχει νόημα; Η απαρτίζεται από αναμνήσεις; Ή η Ζωή ζει με τις αναμνήσεις;
Ή ο πόνος είναι και συνάρτηση του τρόμου; Των αναμνήσεων;
Και αν μου απαντούσε κάποιος, τί νόημα θα είχε;
Το θέμα είναι η Ζωή.
Που καθόταν στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι και πάλευε να μετρήσει τους ρόζους του ξύλου, αλλά δεν την ενδιέφερε, όπως και το οτι την πονούσε το σώμα της. Είχε μόλις γυρίσει, κοιτούσε το ταβάνι ανάσκελα χωρίς να του δίνει πραγματικά σημασία, γιατί στο κεφάλι της υπήρχε ένα αναβράζον κενό -προερχόμενο από λίγο πιο κάτω, σε μια νοητή ευθεία. Και σκεφτόταν την κραυγή που άκουσε από την κουζίνα -κάποιος κόπηκε- αλλά γιατί να σηκωθεί να τρέξει να δει, δηλαδή, έπρεπε να το κάνει, αλλά μπορούσε να κάνει σα να μην το άκουσε -τί θα άλλαζε αν θα πήγαινε; Πόσο αναίσθητη μπορούσε να είναι όμως; Αφού τους αγαπάει. Αλλά αυτό, σκεφτόταν, είναι αίσθηση ή επίγνωση;
Νεκρή που αναπνέει. Κανένας αποτρεπτικός πόνος, κανένας προτρεπτικός. Κυκλοφορούσε μέσα της κάτι, αλλά με προσωπεία ντροπής ή τρόμου -γιατί να το ονομάσει αλλιώς κανείς.
Μπορείς να πεις λοιπόν οτι κάποιος είναι δεμένος με τον πόνο, ενώ οι στιγμές έχουν καταργηθεί και οι αναμνήσεις έχουν ενοποιηθεί σε μια τεράστια σούπα εντυπώσεων;
Δηλαδή, κολλάω τα χέρια μου στο καλοριφέρ και καίγομαι, αλλά μόνο όσο τα ακουμπάω.
Κάθομαι την καρέκλα του οδοντιάτρου και πονάω αλλά ξέρω οτι ο πόνος θα λήξει. Και λήγει.
Το άλλο τί είναι τότε;
Ανάμνηση του πόνου. Ίσως. Αλλά η ζωή υποτίθεται είναι δεμένη με τον πόνο, ίσως και η Ζωή, αλλά αν η ζωή απαρτίζεται από στιγμές αυτό έχει νόημα; Η απαρτίζεται από αναμνήσεις; Ή η Ζωή ζει με τις αναμνήσεις;
Ή ο πόνος είναι και συνάρτηση του τρόμου; Των αναμνήσεων;
Και αν μου απαντούσε κάποιος, τί νόημα θα είχε;
Το θέμα είναι η Ζωή.
Που καθόταν στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι και πάλευε να μετρήσει τους ρόζους του ξύλου, αλλά δεν την ενδιέφερε, όπως και το οτι την πονούσε το σώμα της. Είχε μόλις γυρίσει, κοιτούσε το ταβάνι ανάσκελα χωρίς να του δίνει πραγματικά σημασία, γιατί στο κεφάλι της υπήρχε ένα αναβράζον κενό -προερχόμενο από λίγο πιο κάτω, σε μια νοητή ευθεία. Και σκεφτόταν την κραυγή που άκουσε από την κουζίνα -κάποιος κόπηκε- αλλά γιατί να σηκωθεί να τρέξει να δει, δηλαδή, έπρεπε να το κάνει, αλλά μπορούσε να κάνει σα να μην το άκουσε -τί θα άλλαζε αν θα πήγαινε; Πόσο αναίσθητη μπορούσε να είναι όμως; Αφού τους αγαπάει. Αλλά αυτό, σκεφτόταν, είναι αίσθηση ή επίγνωση;
Νεκρή που αναπνέει. Κανένας αποτρεπτικός πόνος, κανένας προτρεπτικός. Κυκλοφορούσε μέσα της κάτι, αλλά με προσωπεία ντροπής ή τρόμου -γιατί να το ονομάσει αλλιώς κανείς.
Μπορείς να πεις λοιπόν οτι κάποιος είναι δεμένος με τον πόνο, ενώ οι στιγμές έχουν καταργηθεί και οι αναμνήσεις έχουν ενοποιηθεί σε μια τεράστια σούπα εντυπώσεων;
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
Αηδίιιιιιιιιιιιες
Περπατούσαν πάντα με τα πλευρά κολλημένα, όσο πιο κοντά μπορούσαν και με το χέρι του να σφίγγεται γύρω της -οχι κτητικά, δηλώνοντας επηρμένα την κατοχή του οικείου σώματος, αλλά με κάποιον παιδικό τρόμο στην ιδέα να περπατήσει χαμένος στο πλήθος.
Όταν κάποιο εμπόδιο στένευε το πέρασμα μπροστά τους, το χέρι του τεντωνόταν και χορευτικά της επέτρεπε να προηγηθεί και με χάρη να καταλήξει πάλι δίπλα του.
Αυτή κοιτούσε γύρω σα να ήταν Χριστούγεννα και κάθε φορά που έβλεπε κάτι που της άρεσε γύριζε και τον κοίταζε -ελάχιστη κίνηση του λαιμού χρειαζόταν για να βρεθούν τα μάτια τους σε ευθεία-, ωστέ να μοιραστεί την εικόνα και να την κάνει συζήτηση ή ανάμνηση. Και αυτός κάθε φορά σκεφτόταν "τα μάτια σου είναι μεγαλύτερα από ό,τι μπορεί να αντέξει κανείς" και τον καταλάμβανε χαρά και τρόμος.
Όταν φύσαγε, τα μαλλιά της χάιδευαν τον αυχένα του, προκαλώντας του ανατριχίλες. Όταν είχε λιακάδα, ένιωθε το χέρι του να λιώνει πάνω στο μπράτσο της. Όταν έβρεχε, αντάλλασαν σταγόνες που είχαν ποτίσει με το άρωμά τους.
Μία από αυτές κύλησε από το μάγουλο του μέχρι το χέρι της και από εκεί χύθηκε στο πεζοδρόμιο, έτρεξε κατά μήκος του δρόμου και ενώθηκε με άλλες σε ένα μεγαλούτσικο αυλάκι που χύθηκε στην άσφαλτο, σχίστηκε από τις ρόδες τριών αυτοκινήτων και γέμισε τον αέρα με ιστορίες, που χώθηκε μέσα από χαράδρες κατεβασμένων ρολών και γέμισε ανισομεγέθεις πνεύμονες, που εισέπνεαν βεβιασμένα, βαρώντας νευρικά πληκτρολόγια.
Όταν κάποιο εμπόδιο στένευε το πέρασμα μπροστά τους, το χέρι του τεντωνόταν και χορευτικά της επέτρεπε να προηγηθεί και με χάρη να καταλήξει πάλι δίπλα του.
Αυτή κοιτούσε γύρω σα να ήταν Χριστούγεννα και κάθε φορά που έβλεπε κάτι που της άρεσε γύριζε και τον κοίταζε -ελάχιστη κίνηση του λαιμού χρειαζόταν για να βρεθούν τα μάτια τους σε ευθεία-, ωστέ να μοιραστεί την εικόνα και να την κάνει συζήτηση ή ανάμνηση. Και αυτός κάθε φορά σκεφτόταν "τα μάτια σου είναι μεγαλύτερα από ό,τι μπορεί να αντέξει κανείς" και τον καταλάμβανε χαρά και τρόμος.
Όταν φύσαγε, τα μαλλιά της χάιδευαν τον αυχένα του, προκαλώντας του ανατριχίλες. Όταν είχε λιακάδα, ένιωθε το χέρι του να λιώνει πάνω στο μπράτσο της. Όταν έβρεχε, αντάλλασαν σταγόνες που είχαν ποτίσει με το άρωμά τους.
Μία από αυτές κύλησε από το μάγουλο του μέχρι το χέρι της και από εκεί χύθηκε στο πεζοδρόμιο, έτρεξε κατά μήκος του δρόμου και ενώθηκε με άλλες σε ένα μεγαλούτσικο αυλάκι που χύθηκε στην άσφαλτο, σχίστηκε από τις ρόδες τριών αυτοκινήτων και γέμισε τον αέρα με ιστορίες, που χώθηκε μέσα από χαράδρες κατεβασμένων ρολών και γέμισε ανισομεγέθεις πνεύμονες, που εισέπνεαν βεβιασμένα, βαρώντας νευρικά πληκτρολόγια.
Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010
Σικ
Σήμερα τρώω μια ψεύτικη πίτσα, με απίστευτη διάθεση να αυτοσαρκάσω και τεράστια αντίσταση στην ανακούφιση της εν λόγω ειρωνείας.
Τι συμβαίνει;
Κουβαλάς μια αγκαλιά χρυσάνθεμα μέχρι το σπίτι, μέσα σε άδειους δρόμους, αποχρωματισμένους από τη βροχή, μέσα σε κόσμο που σε κοιτάει στα μάτια. Ακριβώς πριν από τα πόδια. Είναι μυστήρια αίσθηση, γιατί δεν πρέπει να τους συμβεί τίποτα κακό και χτυπάει τρεις φορές το τηλέφωνο -που δεν τολμάς να κλείσεις ούτε το βράδυ- την ώρα που τους βάζεις νερό. Είναι μυστήρια αίσθηση.
Τι συμβαίνει;
Κουβαλάς μια αγκαλιά χρυσάνθεμα μέχρι το σπίτι, μέσα σε άδειους δρόμους, αποχρωματισμένους από τη βροχή, μέσα σε κόσμο που σε κοιτάει στα μάτια. Ακριβώς πριν από τα πόδια. Είναι μυστήρια αίσθηση, γιατί δεν πρέπει να τους συμβεί τίποτα κακό και χτυπάει τρεις φορές το τηλέφωνο -που δεν τολμάς να κλείσεις ούτε το βράδυ- την ώρα που τους βάζεις νερό. Είναι μυστήρια αίσθηση.
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
Δευτέρα
Νομίζω οτι δεν θα βγω ποτέ.
Περπατάω τόσους μήνες στον λαβύρινθο που μου προσφέρει ατελείωτο το μυαλό μου -που μοιάζει ατελείωτο. Βλέπω αντικατοπτρισμούς σα να περπατάω στην έρημο, μου δείχνουν τον δρόμο, μετά χάνονται -όπως χάνονται οι εικόνες που σχηματίζει το μυαλό, απλά, απότομα. Θα ήθελα να είμαι στην έρημο, να νιώθω τον ήλιο να ψήνει το δέρμα μου αντί να νιώθω το κάψιμο στα χείλη.
Δεν ξέρω που θα έβγαινα αν κατάφερνα να ακολουθήσω επιτέλους τη σωστή πορεία, αλλά έχω την πεποίθηση οτι θέλω να φτάσω εκεί. Ξέρω ποιόν θα βρω, θέλω να τους βρω, κρατάω τα μάτια μου κλειστά ώστε να μην αποπροσανατολίζομαι, αλλά ξεχνάω οτι δεν είναι τα μάτια μου που με μπερδεύουν.
Κάθε εικόνα που σβήνει, με σβήνει μαζί της καθώς εγώ είμαι που την πλάθω αρχικά. Χαίρεται που παρίσταται και αιωρείται μπροστά μου -μια μικρή ανάπαυλα για ένα κουρασμένο μυαλό και ένα ταλαιπωρημένο σώμα- και μετά σβήνει και αφήνει αυτό που συνάντησε κουτσουρεμένο από την ίδια.
Ατελείωτες εικόνες σε έναν μακρύ διάδρομο, παρελθόν, παρόν και μέλλον, σκηνοθετημένες από το μυαλό και την ψυχή και σβησμένες από το κομματάκι αυτονομίας που αυτά τους προσέφεραν -σαν επαναστάτης γιος ενάντια στον πατέρα που εξακολουθεί να τον θρέφει-.
Κάνω έναν γύρο, γύρω από τον εαυτό μου και εισχωρεί η μία στην άλλη, ένα όμορφο ονειρικό παρόν, που στο τέλος της στροφής εξαφανίζεται και σε αφήνει ξέπνοο να προσπαθείς να σταθεροποιήσεις τη θέα γύρω σου.
Περπατάω ακόμα, σχεδιάζω εικόνες, τις χρωματίζω -μόνο αυτό ξέρω να κάνω- και τις αφήνω ελεύθερες να αποκτήσουν προσωπικότητα. Η αγωνία για το ποιό μέρος μου θα απομείνει ακέραιο στο τέλος της διαδρομής εντείνεται.
Περπατάω τόσους μήνες στον λαβύρινθο που μου προσφέρει ατελείωτο το μυαλό μου -που μοιάζει ατελείωτο. Βλέπω αντικατοπτρισμούς σα να περπατάω στην έρημο, μου δείχνουν τον δρόμο, μετά χάνονται -όπως χάνονται οι εικόνες που σχηματίζει το μυαλό, απλά, απότομα. Θα ήθελα να είμαι στην έρημο, να νιώθω τον ήλιο να ψήνει το δέρμα μου αντί να νιώθω το κάψιμο στα χείλη.
Δεν ξέρω που θα έβγαινα αν κατάφερνα να ακολουθήσω επιτέλους τη σωστή πορεία, αλλά έχω την πεποίθηση οτι θέλω να φτάσω εκεί. Ξέρω ποιόν θα βρω, θέλω να τους βρω, κρατάω τα μάτια μου κλειστά ώστε να μην αποπροσανατολίζομαι, αλλά ξεχνάω οτι δεν είναι τα μάτια μου που με μπερδεύουν.
Κάθε εικόνα που σβήνει, με σβήνει μαζί της καθώς εγώ είμαι που την πλάθω αρχικά. Χαίρεται που παρίσταται και αιωρείται μπροστά μου -μια μικρή ανάπαυλα για ένα κουρασμένο μυαλό και ένα ταλαιπωρημένο σώμα- και μετά σβήνει και αφήνει αυτό που συνάντησε κουτσουρεμένο από την ίδια.
Ατελείωτες εικόνες σε έναν μακρύ διάδρομο, παρελθόν, παρόν και μέλλον, σκηνοθετημένες από το μυαλό και την ψυχή και σβησμένες από το κομματάκι αυτονομίας που αυτά τους προσέφεραν -σαν επαναστάτης γιος ενάντια στον πατέρα που εξακολουθεί να τον θρέφει-.
Κάνω έναν γύρο, γύρω από τον εαυτό μου και εισχωρεί η μία στην άλλη, ένα όμορφο ονειρικό παρόν, που στο τέλος της στροφής εξαφανίζεται και σε αφήνει ξέπνοο να προσπαθείς να σταθεροποιήσεις τη θέα γύρω σου.
Περπατάω ακόμα, σχεδιάζω εικόνες, τις χρωματίζω -μόνο αυτό ξέρω να κάνω- και τις αφήνω ελεύθερες να αποκτήσουν προσωπικότητα. Η αγωνία για το ποιό μέρος μου θα απομείνει ακέραιο στο τέλος της διαδρομής εντείνεται.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)