Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Τζετ

Αν μπορούσες να με δεις σαν ένα υβρίδιο, σύγχρονου(!) ρομαντισμού και απελπισίας, θα με καταλάβαινες πολύ. Αλλά δεν πρέπει να γίνει αυτό!

Καθυστερημένο μάθημα λογικής και απώλειας. Και ζωής. Αληθινά τώρα. Να μαθαίνεις πράγματα στην ηλικία που προσδιορίζεσαι, πόσο σκληρό!  Η εφηβεία είναι εποχή οικοδόμησης, η δική μας, παραδοχής και συμβιβασμού. Όχι συμβιβασμού στη ζωή, συμβιβασμού με τον εαυτό μας. Τον ίδιο που νομίσαμε οτι ξέρουμε τόσο ώστε να του πλάσουμε το μέλλον. Φτιάξαμε τα σχέδια, απλά λιτά και σαφή -πόσο όμορφο να τα δημιουργείς από το τίποτα! Τώρα θα παλέψουμε για αυτά, χάνοντας τον δρόμο μας άπειρες φορές, μέχρι να καταλήξουμε όσο πιο κοντά τους μπορούμε. (Πώς να μην αγαπάς τη ζωγραφική όσο ποτέ μετά από αυτό!) Και ο συμβιβασμός με κάθε βήμα, νομίζω είναι το πιο σκληρό από όλα -έχεις συνηθίσει τα άλματα, τόσο έντονα αποτυπωμένα ακόμα... Το καλύτερο, που θα κρατήσεις στο μυαλό σου ελπίζω, είναι οτι άσχετα με αυτό, στην εφηβεία μας είχαμε δίκιο.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Τετάρτη

* Λουλούδια από καπνό με φόντο το φως! Σα να βλέπεις σε γρήγορη κίνηση κάτι να φυτρώνει, να αναπτύσσεται και να ανθίζει, αλλά μετά να εξαϋλώνεται. Είναι καλύτερα άραγε έτσι;

* Παρακάτω το ίδιο τραγούδι σε επανάληψη -σα να βολεύεις επιτέλους, κάπου αναπαυτικά, ένα σπασμένο πόδι.

* Πλησιάζει η ώρα και είναι εύκολο να χασομερήσεις όταν είναι τόσο σίγουρη η επόμενη στιγμή -σπάνιες οι ώρες που έχεις αυτή την πολυτέλεια.

* Να κοιτάς το νησί στη μέση της λίμνης και να θες τόσο πολύ να το περπατήσεις! Και κάθεσαι στην όχθη σου να το κοιτάς, με το νερό ανάμεσα σας. Το χαζεύεις και το χτίζεις λίγο λίγο, με μικρούς κόκκους άμμο, που δεν έχεις ιδέα αν θα σταθούν πάνω του -αλλά το βλέπεις να διογκώνεται και μένει να το φτάσεις.
Και όλη σου η στεναχώρια είναι οτι δεν ξέρεις τι να κάνεις ενώ το κοιτάς.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή

Σήμερα συνειδητοποίησα οτι υπάρχει περίπτωση ό,τι θυμάμαι να είναι ψεύτικο. Υπάρχει μια σοβαρή περίπτωση να συνέβησαν τελείως διαφορετικά πράγματα σε τελείως διαφορετικά μέρη και να μπέρδεψα τις αναμνήσεις μου με εικόνες. Αν είναι έτσι, πρέπει σήμερα να θεωρήσω για πρώτη φορά την Κυριακή ως αρχή της εβδομάδας και αυτό το απευχόμουν πραγματικά.

Ελπίζω να μην το θυμάμαι αυτό αύριο.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Σάββατο

Το πρωί περιμένεις να σκοτεινιάσει, καπνίζοντας και πίνοντας καφέ. Το βράδυ περιμένεις να έρθει η ώρα να κλείσεις τα μάτια σου. Όταν ξυπνάς περιμένεις να γίνει ο καφές. Και όταν γίνει ο καφές, να κρυώσει ελάχιστα, για να πιείς την πρώτη γουλιά. Μετά περιμένεις να σκοτεινιάσει.

Και όμως όσο περιμένεις κάτι, στην πραγματικότητα είσαι ζωντανός. Θα μπορούσες να εύχεσαι να μην είσαι, αλλά περιμένεις να σκοτεινιάσει. Θα μπορούσες να περιμένεις το φως, αλλά είναι πολύ απαιτητικό. Θα μπορούσες να αγαπάς τον ύπνο, αλλά εκεί έχεις εφιάλτες -και εκεί είσαι ζωντανός.

Δεν μπορείς να γυρίσεις τον χρόνο, αλλά κάθε επιστροφή, θα ήταν απλώς μία επιστροφή. Θα μπορούσες να τον γυρίσεις μπροστά! Αλλά δεν ξέρεις αν εκεί θα περιμένεις να κρυώσει ο καφές.

Παρασκευή

Και τελικά η ελπίδα αυτή με καταστρέφει; Αν δεν πηγάζει από τη λογική, είναι απλώς για να αντέξω; Ή έτσι κι αλλιώς έχει περισσότερη δύναμη όταν είναι θερμή;

Έτσι κι αλλιώς υπάρχει και μεταλλάσσεται σαν πλαστελίνη. Φροντίζει να αναπτύσσεται όταν την πιέζεις αλλά μετά συρρικνώνεται για να σε αφήσει και εσένα ένα μικρό μπαλάκι μάζας που περιμένει. Αν μείνει πολύ στο κρύο, θα ξεραθεί, αν όμως δεν έχει ζέστη παύει να έχει λόγο ύπαρξης. Και για κάποιο λόγο αυτά τα δύο είναι διαφορετικά.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Μάιος

Πήγα βόλτα σε μια αδιάφορη μεριά της πόλης, χωμένη σε ένα τρόλεϊ με μεγάλες κεραίες.
Ο ήλιος έκαιγε το λουρί της τσάντας μου, αυτό, τον ώμο μου.
Δεν έβαλα τα γυαλιά μου, γιατί ήθελα να ακούω καθαρά.
Κατέβηκα στη σωστή στάση, στο παγκάκι καθόταν ο Leonard Cohen.
Πέρασα το δρόμο με πράσινο -από καθαρή τύχη- αλλά στην απέναντι όχθη δεν είχε ίχνος, ήταν ένα ερημονήσι.
Κάθησα σε μισή σανίδα για να στρίψω το τσιγάρο μου, αλλά σηκώθηκα όρθια αμέσως -μία δε θα έφτανε για να φύγω από κει.
Περπάτησα όλο το μέρος και βρήκα αρκετές, αλλά κάπνισα όρθια, περπατώντας, γιατί δεν είχα μουσική μαζί μου.
Τα παπούτσια μου έκαναν θορύβους όσο ανάλαφρα κι αν περπατούσα, το ίδιο και η φωτιά που άναβε κι έσβηνε.    
Υποψιάζομαι οτι ποδοπάτησα αρκετά μυρμήγκια, αν και δεν άκουσα άχνα. Απλώς έμεινα με αυτή την αίσθηση.
Αποφάσισα να φύγω την σωστή στιγμή, το μέρος είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικά άγριο.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Escalator

Φοράω γυαλιά ηλίου και περπατάω στο κέντρο. Για να μιλήσω σε κάποιον πάντα τα βγάζω και δεν μπορώ να δω γύρω μου καλά, νιώθω οτι έχω παρωπίδες. Νομίζω γι'αυτό τα φοράω σήμερα -είναι πολύ ξεκούραστο καμιά φορά να έχεις παρωπίδες- νομίζω οτι έτσι θα καταφέρω να κάνω ό,τι και αν έχω στο πρόγραμμα -αποκλείεται να παρεκλίνω από την πορεία μου φορώντας σκουρόχρωμα γυαλιά. Γύρω από τα μάτια μου, πάντα έχω την αίσθηση ενός πλαισίου (μωβ) που καδράρει τον κόσμο έτσι ώστε να καταλαβαίνω πώς είναι πραγματικά, οπότε γίνομαι λίγο ασταθής, λίγο φοβισμένη. Σήμερα είμαι ένα περαστικό, κινούμενο σώμα, που δεν θα αγγίξει, δεν θα λάβει κανένα μήνυμα, δεν θα κρατήσει καμία πληροφορία, θα διασχίσει απλώς μια απόσταση μέχρι να καταλήξει στον προορισμό του. Ξέρω ήδη με σιγουριά, οτι καμιά εικόνα δεν θα εντυπωθεί στη μνήμη μου σήμερα (πραγματική ανακούφιση) να τη θυμάμαι για μήνες, αλλά μπαίνω στη διαδικασία να το συνειδητοποιώ, ρισκάροντας να χάσω τα αδιαμφισβήτητα προνόμια του κατευθυνόμενου αντικειμένου. Νομίζω οτι θα χωθώ σε ένα σταθμό του μετρό, θα τα βγάλω, θα με πιάσει ένας μικρός ίλιγγος προσαρμογής και θα αρχίσω να φορτώνω το κεφάλι μου ανεξέλεγκτα μέχρι να χάσω βήματα. "Ένα βήμα να παρεκλίνω τώρα, έχω χαθεί" -μου περνάει από το μυαλό ξαφνικά- και τελικά με την πρώτη σκουντιά χώνομαι στην εκνευριστικά κοντινή κάθοδο.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ντράμα

*Με τρομάζει η παραμόρφωση. Η πρωινή κοκκινίλα στο μάγουλο είναι ενδιαφέρουσα, το ίδιο και οι μελανιές γύρω από τα γόνατα -αλλά ένα σπυράκι είναι ενοχλητικό!


*Ένα φανάρι αλλάζει χρώματα μόνο του, ούτε πεζοί, ούτε αυτοκίνητα του δίνουν σημασία, κατ' ουσίαν είμαι η μόνη που το προσέχω. Τι αίσθηση εγκατάλειψης!


*Μια κυρία μιλάει για την ταραχή που της προκάλεσε το τελευταίο μυθιστόρημα που διάβασε. Συμφωνώ.
"Το διαβάσατε όλο;"
Ναρκισσισμός, ο υποσυνείδητος.


*Νέα ανακάλυψη: το μπλε πάνω στο κόκκινο δεν βγάζει πάντα μωβ, μπορεί να βγάλει και σκούρο κόκκινο. .Δεν είμαι σίγουρη όμως αν υπάρχει όντως διαφορά.


*Τα χέρια και τα πόδια μου είναι γεμάτα καψίματα, ακουμπάω συχνά αφηρημένα το καυτό ηλεκτρικό καλοριφέρ που το αφήνω δίπλα μου -κρυώνω συχνά. Απροσεξία είναι αυτό;

*Στέκεσαι στην άκρη του πεζοδρομίου και τα ταξί αναβοσβήνουν τα φώτα σα να σου κλείνουν συνωμοτικά το μάτι και πάντα αφήνω να περάσουν 2-3 μέχρι να αποφασίσω να κάνω σήμα.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Άσκηση

"Περπάτα πάνω στο πεζούλι με τα χέρια τεντωμένα και τα μάτια σου καρφωμένα μπροστά, ευθεία. Να δω πώς θα τα πας εκεί."
"Έλα, ζητάω κάτι τρομερό δηλαδή, απλώς πάτα το πόδι σου εδώ και... Έτσι μπράβο."
"Γιατί τρέμεις;"
 "Τρέμεις εσύ; Μα εσύ είσαι βράχος! Εσύ δε λυγίζεις ποτέ! Εσύ! Λογική και σύνεση σε μορφή ανθρώπου! Πώς γίνεται!"
"Μη σταματάς τώρα όμως, είμαι περίεργος."
"Ε... τι; Γιατί;"
"Όχι, εγώ για πλάκα... Ήθελα μόνο να δεις..."
"Μη, έλα, σταμάτα, μη με κάνεις να νιώθω άσχημα, ένα πείραμα ήταν, ένα αστείο."
"Ηρέμησε, τί να κάνω γαμώτο; Τί θες να κάνω;"
"Να, θα ανέβω κι εγώ..."
"Κοίτα! Μα παιχνίδι είναι επιτέλους..."
"Δε μπορώ να σε καταλάβω, κοίταξέ με επιτέλους!"
"..."
"Έλα εδώ... Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα, αλλά είδες, δηλαδή... είδες."
"Δεν μπορώ να σε καταλάβω, μα την παναγία, δηλαδή δεν καταλαβαίνω γιατί κάνεις έτσι."
"Έλα εδώ..."

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Ταξί

"Μην είσαι τόσο επικριτική με τους άλλους, βλέπεις, για κάποιους είναι η κατάσταση για κάποιους ο χαρακτήρας και το χειρίζονται ανάλογα με το τί είναι καλύτερο για τους ίδιους. Κατά κανόνα, όσοι ενδιαφέρονται για σένα απολαμβάνουν χρόνο μαζί σου και σε στέλνουν στο διάολο όταν είναι προτιμότερο. Εκτός από αυτούς που έχουν γαμηθεί εκ των έσω και όλο τους το μέλλον είναι αναμνήσεις σκέψεων και παρακολούθησης -με εξαίρεση λίγες φρέσκες στιγμές μέσα στον χρόνο. Καληνύχτα."

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

In the midnight hour she cried "more, more, more"

* Θα γράψω όταν γυρίσω σπίτι, ό,τι σημειώνω με μισά γράμματα πίσω από μία απόδειξη.
Μία ιστορία πίσω από την πλάτη μου, κάτι σαν "θα με δει ο μπαμπάς να κάνω πατινάζ!" και δεν είναι πολύ μακριά από τη δική μου. Με είχε δει κι εμένα να γλιστράω πάνω στον πάγο αλλά δε με καμάρωσε. Οι ελιγμοί μου πάνω στη ζεματιστή επιφάνεια του προκαλούσαν τρόμο, ήταν απέξω και ανήμπορος να παρέμβει -με είδε με αληθινή φρίκη να πέφτω δυο-τρεις φορές.
Μπήκα στον πειρασμό να γυρίσω να πω στο αγοράκι πίσω μου οτι στους μπαμπάδες δεν αρέσει να κάνουμε πατινάζ, αλλά θα του στερούσα την ομορφιά του ιλίγγου.


* Παρατηρείς τον κόσμο και το βλέμμα σου σκαλώνει σε έναν νεαρό με ριγέ ζιβάγκο και σοβαρή έκφραση. Ασφαλής απόσταση παρατήρησης. Παρατηρείς αυτοσαρκάζοντας για κάθε στερεότυπο που ανασύρει η εικόνα του στο μυαλό σου, προσπαθείς να διαλύσεις τα πάντα, να μειώσεις στο ελάχιστο την αυτοεκτίμησή σου, ώστε τα πάντα να γίνουν πιο εύκολα. Εν τέλει, αποτυγχάνεις παταγωδώς ανακαλύπτοντας οτι είναι τρομερά δύσκολο ξεπεράσεις τόσο βολικά μια αντίληψη που έχεις διαμορφώσει για σένα μετά από χρόνια παρατήρησης!


* Στα κλάσματα δευτερολέπτου που μεσολαβούν από την όραση στην κατανόηση.
Βλέπεις ένα όνομα στην οθόνη του κινητού και είναι οικείο, αλλά δεν έχεις ιδέα ποιός είναι, απαντάς κ ήδη ξέρεις.
Χαμογελάς ενώ μιλάς σε κάποιον και ανακαλύπτεις ξαφνικά οτι έχει αρχίσει να μιλάει για την άρρωστη αδερφή του.
Ζώντας με δύο ζευγάρια μάτια.

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

20th

Κι εκεί που νομίζεις οτι αναπνέεις χνώτα, βρίσκεσαι μπουκωμένος με βροχή, εισπνέεις και εκπνέεις βροχή, ποτίζοντας το χορτάρι που θεριεύει απότομα και μπλέκεται στα πόδια σου, τυλίγει τα πόδια σου -που τινάζονται σπασμωδικά- αλλά κοιτώντας κάτω, βλέπεις οτι είναι τα μαλλιά σου -και τα κόβεις. Κάθεσαι στο χώμα, εκπνέεις πάλι, αργά, συγκεντρωμένα, στο στόμιο ενός μπουκαλιού που φύλαγες πάντα στην τσέπη σου, το σφραγίζεις καλά με μικρά κουβάρια από τις δικές σου κομμένες τούφες και το πετάς μακριά. Χάνεται και ακούς τον ήχο του καθώς πετάει στον αέρα -κάτι σαν αφρικανικό τραγούδι.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

Πράσινο

Και αν. Ο πόνος δεν είναι παρά μια συνάρτηση του χρόνου. Τι γίνεται τότε;
Δηλαδή, κολλάω τα χέρια μου στο καλοριφέρ και καίγομαι, αλλά μόνο όσο τα ακουμπάω.
Κάθομαι την καρέκλα του οδοντιάτρου και πονάω αλλά ξέρω οτι ο πόνος θα λήξει. Και λήγει.

Το άλλο τί είναι τότε;

Ανάμνηση του πόνου. Ίσως. Αλλά η ζωή υποτίθεται είναι δεμένη με τον πόνο, ίσως και η Ζωή, αλλά αν η ζωή απαρτίζεται από στιγμές αυτό έχει νόημα; Η απαρτίζεται από αναμνήσεις; Ή η Ζωή ζει με τις αναμνήσεις;

Ή ο πόνος είναι και συνάρτηση του τρόμου; Των αναμνήσεων;

Και αν μου απαντούσε κάποιος, τί νόημα θα είχε;

Το θέμα είναι η Ζωή.
Που καθόταν στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι και πάλευε να μετρήσει τους ρόζους του ξύλου, αλλά δεν την ενδιέφερε, όπως και το οτι την πονούσε το σώμα της. Είχε μόλις γυρίσει, κοιτούσε το ταβάνι ανάσκελα χωρίς να του δίνει πραγματικά σημασία, γιατί στο κεφάλι της υπήρχε ένα αναβράζον κενό -προερχόμενο από λίγο πιο κάτω, σε μια νοητή ευθεία. Και σκεφτόταν την κραυγή που άκουσε από την κουζίνα -κάποιος κόπηκε- αλλά γιατί να σηκωθεί να τρέξει να δει, δηλαδή, έπρεπε να το κάνει, αλλά μπορούσε να κάνει σα να μην το άκουσε -τί θα άλλαζε αν θα πήγαινε; Πόσο αναίσθητη μπορούσε να είναι όμως; Αφού τους αγαπάει. Αλλά αυτό, σκεφτόταν, είναι αίσθηση ή επίγνωση;
Νεκρή που αναπνέει. Κανένας αποτρεπτικός πόνος, κανένας προτρεπτικός. Κυκλοφορούσε μέσα της κάτι, αλλά με προσωπεία ντροπής ή τρόμου -γιατί να το ονομάσει αλλιώς κανείς.
Μπορείς να πεις λοιπόν οτι κάποιος είναι δεμένος με τον πόνο, ενώ οι στιγμές έχουν καταργηθεί και οι αναμνήσεις έχουν ενοποιηθεί σε μια τεράστια σούπα εντυπώσεων;

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Αηδίιιιιιιιιιιιες

Περπατούσαν πάντα με τα πλευρά κολλημένα, όσο πιο κοντά μπορούσαν και με το χέρι του να σφίγγεται γύρω της -οχι κτητικά, δηλώνοντας επηρμένα την κατοχή του οικείου σώματος, αλλά με κάποιον παιδικό τρόμο στην ιδέα να περπατήσει χαμένος στο πλήθος.
Όταν κάποιο εμπόδιο στένευε το πέρασμα μπροστά τους, το χέρι του τεντωνόταν και χορευτικά της επέτρεπε να προηγηθεί και με χάρη να καταλήξει πάλι δίπλα του.
Αυτή κοιτούσε γύρω σα να ήταν Χριστούγεννα και κάθε φορά που έβλεπε κάτι που της άρεσε γύριζε και τον κοίταζε -ελάχιστη κίνηση του λαιμού χρειαζόταν για να βρεθούν τα μάτια τους σε ευθεία-, ωστέ να μοιραστεί την εικόνα και να την κάνει συζήτηση ή ανάμνηση. Και αυτός κάθε φορά σκεφτόταν "τα μάτια σου είναι μεγαλύτερα από ό,τι μπορεί να αντέξει κανείς" και τον καταλάμβανε χαρά και τρόμος.
Όταν φύσαγε, τα μαλλιά της χάιδευαν τον αυχένα του, προκαλώντας του ανατριχίλες. Όταν είχε λιακάδα, ένιωθε το χέρι του να λιώνει πάνω στο μπράτσο της. Όταν έβρεχε, αντάλλασαν σταγόνες που είχαν ποτίσει με το άρωμά τους.

Μία από αυτές κύλησε από το μάγουλο του μέχρι το χέρι της και από εκεί χύθηκε στο πεζοδρόμιο, έτρεξε κατά μήκος του δρόμου και ενώθηκε με άλλες σε ένα μεγαλούτσικο αυλάκι που χύθηκε στην άσφαλτο, σχίστηκε από τις ρόδες τριών αυτοκινήτων και γέμισε τον αέρα με ιστορίες, που χώθηκε μέσα από χαράδρες κατεβασμένων ρολών και γέμισε ανισομεγέθεις πνεύμονες, που εισέπνεαν βεβιασμένα, βαρώντας νευρικά πληκτρολόγια.

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Σικ

Σήμερα τρώω μια ψεύτικη πίτσα, με απίστευτη διάθεση να αυτοσαρκάσω και τεράστια αντίσταση στην ανακούφιση της εν λόγω ειρωνείας.
Τι συμβαίνει;
Κουβαλάς μια αγκαλιά χρυσάνθεμα μέχρι το σπίτι, μέσα σε άδειους δρόμους, αποχρωματισμένους από τη βροχή, μέσα σε κόσμο που σε κοιτάει στα μάτια. Ακριβώς πριν από τα πόδια. Είναι μυστήρια αίσθηση, γιατί δεν πρέπει να τους συμβεί τίποτα κακό και χτυπάει τρεις φορές το τηλέφωνο -που δεν τολμάς να κλείσεις ούτε το βράδυ- την ώρα που τους βάζεις νερό. Είναι μυστήρια αίσθηση.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Δευτέρα

Νομίζω οτι δεν θα βγω ποτέ.
Περπατάω τόσους μήνες στον λαβύρινθο που μου προσφέρει ατελείωτο το μυαλό μου -που μοιάζει ατελείωτο. Βλέπω αντικατοπτρισμούς σα να περπατάω στην έρημο, μου δείχνουν τον δρόμο, μετά χάνονται -όπως χάνονται οι εικόνες που σχηματίζει το μυαλό, απλά, απότομα. Θα ήθελα να είμαι στην έρημο, να νιώθω τον ήλιο να ψήνει το δέρμα μου αντί να νιώθω το κάψιμο στα χείλη.
Δεν ξέρω που θα έβγαινα αν κατάφερνα να ακολουθήσω επιτέλους τη σωστή πορεία, αλλά έχω την πεποίθηση οτι θέλω να φτάσω εκεί. Ξέρω ποιόν θα βρω, θέλω να τους βρω, κρατάω τα μάτια μου κλειστά ώστε να μην αποπροσανατολίζομαι, αλλά ξεχνάω οτι δεν είναι τα μάτια μου που με μπερδεύουν.
Κάθε εικόνα που σβήνει, με σβήνει μαζί της καθώς εγώ είμαι που την πλάθω αρχικά. Χαίρεται που παρίσταται και αιωρείται μπροστά μου -μια μικρή ανάπαυλα για ένα κουρασμένο μυαλό και ένα ταλαιπωρημένο σώμα- και μετά σβήνει και αφήνει αυτό που συνάντησε κουτσουρεμένο από την ίδια.
Ατελείωτες εικόνες σε έναν μακρύ διάδρομο, παρελθόν, παρόν και μέλλον, σκηνοθετημένες από το μυαλό και την ψυχή και σβησμένες από το κομματάκι αυτονομίας που αυτά τους προσέφεραν -σαν επαναστάτης γιος ενάντια στον πατέρα που εξακολουθεί να τον θρέφει-.
Κάνω έναν γύρο, γύρω από τον εαυτό μου και εισχωρεί η μία στην άλλη, ένα όμορφο ονειρικό παρόν, που στο τέλος της στροφής εξαφανίζεται και σε αφήνει ξέπνοο να προσπαθείς να σταθεροποιήσεις τη θέα γύρω σου.
Περπατάω ακόμα, σχεδιάζω εικόνες, τις χρωματίζω -μόνο αυτό ξέρω να κάνω- και τις αφήνω ελεύθερες να αποκτήσουν προσωπικότητα. Η αγωνία για το ποιό μέρος μου θα απομείνει ακέραιο στο τέλος της διαδρομής εντείνεται.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Σε ένα παράθυρο

Ένας κόσμος ολόκληρος κινείται κάτω από κόκκινες ομπρέλες. Κάπου μέσα σ' αυτές, ξεχωρίζει -βγάζει μάτι πραγματικά- μία έντονα πράσινη που κινείται μέσα σ' όλες αν και κοντοστέκεται συχνά -κάθε φορά που συναντά μια αντίθετα κινούμενη κόκκινη. Οι μάχες κόκκινου-πράσινου, καταλήγουν με βέβαιη νίκη του πρώτου, το πράσινο υποχωρεί, κινείται λίγο πλάγια και συνεχίζει λίγα μέτρα μέχρι το επόμενο κόκκινο.
Αυτό γίνεται για ώρες, δυνατή βροχή κάνει τα περιγράμματα ασαφή και τα χρώματα εκτυφλωτικά -με πάντα το γενικό κόκκινο να ηγείται του μοναδικού πράσινου. Κάθε φορά που πέφτει κεραυνός, σπάει σε χιλιάδες μικρά κομμάτια -ένα για κάθε ομπρέλα- και τις χτυπά κατευθείαν στο κέντρο, στο μεταλλικό κομματάκι που προεξέχει στην κορυφή τους. Κάθε φορά που βροντάει, βλέπεις στιγμιαία την πράσινη να μισοεξαφανίζεται, να χαμηλώνει. Μετά σηκώνεται.
Αργότερα αρκετά, η βροχή σταματάει. Ακούγονται ακόμα κάποια σκόρπια, υπόκωφα μπουμπουνητά. Οι ομπρέλες κλείνουν συγχρονισμένα και τη θέση τους παίρνει ένα πλήθος με πράσινα μαλλιά -κάπου στη μέση τους και ένα κεφάλι με κόκκινα. Μετά από έναν γενικό δισταγμό, το πλήθος τακτοποιείται στα πλάγια του δρόμου κι αρχίζει να κινείται αποφασιστικά αλλά λιγότερο μαχητικά από πριν, στα πεζοδρόμια. Ο καθένας περπατάει βιαστικά προς κάποια σημαντική κατεύθυνση, μια συνηθισμένη πόλη κατά τη διάρκεια του οχταώρου. Το κόκκινο κεφάλι απομένει διστακτικό στη μέση της λεωφόρου. Ακούγονται κορναρίσματα -ξαφνική εμφάνιση αυτοκινήτων. Πράσινων. Το κεφάλι γυρίζει ένα γύρο ξαφνιασμένο, οπισθοχωρεί προς το δεξί πεζοδρόμιο, ψαχουλεύει μια τσέπη, βγάζει ένα κουβαριασμένο πράσινο σκουφί και το φοράει.
Με μισόκλειστα τα μάτια, ένας κόσμος ολόκληρος κινείται τακτικά στα πεζοδρόμια, ένας κόσμος με πράσινα μαλλιά.

Τρίτη στους τέσσερις

Βιαστικά λόγω ώρας -είναι τόσο περασμένη για να είναι νωρίς-, ήθελα να ρωτήσω... Θα μείνεις μαζί μου για πάντα; Ακόμα κι αν αυτό λήγει αύριο;

Δεν ήξερα τότε και δεν κατάλαβα την απάντηση. Θα διαφωνούσε κανείς άραγε πως δεν χρειαζόταν απάντηση;
Μπορώ εγώ να μην προσέξω οτι η διαφωνία του θα ήταν ανούσια;
Αναρωτιέμαι, αν η κοπέλα που ξεστόμισε την φράση ίσα ίσα για να την ακούσω, αντιλαμβανόταν οτι δεν ήταν παρά η πιο γλυκιά αποπομπή που θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Στον 4ο

Σε κοιτάω να κινείσαι στο δωμάτιο, περπατάς προς την πόρτα, γυρίζεις πίσω, μου χαμογελάς, κάθεσαι στο πάτωμα. Ανοίγεις ένα βιβλίο, συνοφρυώνεσαι, διαβάζεις, γυρίζεις σελίδες, αγγίζεις με το αριστερό χέρι το πηγούνι σου. Τη μία στιγμή είσαι όμορφος, την επόμενη περίεργος, την άλλη άσχημος, μετά εξωπραγματικός (μα είναι αδύνατο τα χαρακτηριστικά σου να διατάσσονται έτσι!). Κοιτάζω μια φωτογραφία σου στο κινητό μου με απορία -είσαι όμορφος! Πιο πολύ από οτι συνήθως. Μαζεύω από το γραφείο μου ένα σκιτσάκι που έκανα χθες -το πρόσωπό σου-, δεν είναι τόσο πιστό όσο θα ήθελα τελικά, αλλά σου μοιάζει εξωπραγματικά πολυ. Ναι, και τα δύο ταυτόχρονα. Γυρνάω και σε κοιτάζω, νιώθω οτι σε ζωγραφίζω με τα μάτια μου, το ελαφρά σκυμμένο πρόσωπο σου -το μέτωπο, τη μακριά μύτη, το στόμα που κινείται ελαφρά- από πάνω προς τα κάτω. Γυρνάς και με κοιτάς -το αριστερό μάτι σου για μια στιγμή είναι και παλι εξωπραγματικά κοντά στη μύτη, το στόμα σου ανοίγει περίεργα ενώ με ρωτάς τι τρέχει. Απαντάω αυθόρμητα, οτι οι φωτογραφίες σου παραείναι τακτοποιημένες. Βάζεις τα γέλια και κάνεις μια γκριμάτσα, μετά χαμογελάς.
Πρέπει να προλάβω να σε ζωγραφίσω πολλές φορές.